Καλωσήλθατε στο site του Σωματείου Αρωματοθεραπευτών

Όσφρηση και Αρωματοθεραπεία, Μέρος 2/3

Rate this item
(0 votes)
Όσφρηση και Αρωματοθεραπεία, Μέρος 2/3 03 Οκτώβριος 2016

3.5 Ηλεκτρονικές μύτες

Παρόλες τις προσπάθειες της σύγχρονης τεχνολογίας για τη δημιουργία μιας συσκευής που θα ανιχνεύει τις διάφορες οσμές όπως η ανθρώπινη μύτη, αυτό δεν έχει επιτευχθεί. Έχουν, όμως εφευρεθεί κάποιες συσκευές (διατάξεις χημικών αισθητήρων) που ανιχνεύουν ορισμένες, κατά περίπτωση ενώσεις. Τέτοιες συσκευές χρησιμοποιούνται στις βιομηχανίες τροφίμων και ποτών, σε διάφορες χημικές βιομηχανίες κ.ά.

Ενδεικτική περίπτωση της αδυναμίας της σύγχρονης τεχνολογίας να υποκαταστήσει με τεχνητά μέσα την ανθρώπινη μύτη είναι η ακόλουθη. Η συσκευή που θεωρείται ότι πλησιάζει προς την ευαισθησία της μύτης είναι η συσκευή αέριο-υγρο-χρωματογραφίας. Η συσκευή αυτή έχει την ευαισθησία να ανιχνεύει και να αναγνωρίζει ποσότητες ενός υλικού τόσο μικρές όσο ένα πικογραμμάριο (1 picogram=1/1.000.000.000.000g). Η ανθρώπινη μύτη, όμως, συχνά ξεπερνάει αυτήν την ευαισθησία.

 

3.6 Διαταραχές της όσφρησης

Όπως και στις λοιπές αισθήσεις έχουν παρατηρηθεί διάφορες δυσλειτουργίες/ατέλειες της αίσθησης της όσφρησης. Οι δυσλειτουργίες αυτές μπορεί να είναι μονόπλευρες (μονορινικές, uninasal) ή αμφοτερόπλευρες (αμφιρινικές, binasal). Γενικά, οι διάφορες διαταραχές της όσφρησης δεν προκαλούν εμφανή αναπηρία (όπως π.χ. οι διαταραχές της όρασης) και έτσι δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές.

Οι κυριότερες διαταραχές της όσφρησης:

  • Ανοσμία ή ανοσφρησία (αγγλ. anosmia, anosphrasia, γαλ.anosmie) είναι η έλλειψη της ικανότητας όσφρησης.

Η ανοσμία μπορεί να έχει κληρονομικά αίτια, ενώ για τη δημιουργία ανοσμίας θεωρείται ότι σχετίζονται διάφοροι διατροφικοί παράγοντες, αλλεργίες, ενδορρινικά (π.χ. ρινικοί πολύποδες) ή ενδοκρανιακά νοσήματα (π.χ. όγκοι εγκεφάλου), γήρανση, ή έκθεση σε τοξικές ουσίες. Η πιο συχνή αιτία ανοσμίας σε νεαρά άτομα είναι κακώσεις της κεφαλής, ενώ σε ενήλικες οι ιογενείς λοιμώξεις. Οι άνθρωποι που έχουν ανοσμία ονομάζονται ανοσμικοί. Μόνο στις ΗΠΑ δύο εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από ανοσμία.

Σημειώνεται ότι όσοι υποφέρουν από αγευσία (απώλεια της γεύσης), έχουν ταυτόχρονα και ανοσμία, γιατί στην πραγματικότητα η γεύση είναι θέμα όσφρησης (Worwood, 2001:30-31). Όσοι υποφέρουν από ανοσμία έχουν πολλές πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη και μειωμένη libido (Shutes, 2005:23).

Η αντιμετώπιση των διαφόρων τύπων ανοσμίας είναι μόνον αιτιολογική, δηλαδή εξαρτάται από τη θεραπεία της προκλητικής αιτίας. Παρόλο που η ανοσμία δεν είναι απειλητική για τη ζωή συχνά καθίσταται επικίνδυνη γιατί δεν προφυλάσσει το άτομο από την κατανάλωση αλλοιωμένων τροφίμων και δεν ειδοποιεί για την ενδεχόμενη ύπαρξη διαρροής επικίνδυνων αερίων (Τσακρακλίδης, 2008:205).

Η ύπαρξη ανοσμίας δεν σημαίνει ότι τα αιθέρια έλαια δεν μπορούν να επιδράσουν εισχωρώντας από τους πνεύμονες.                                         

Η ανοσμία μπορεί να διακριθεί σε τρεις τύπους (Price, 2007:207-2008):

  • Ολική (total)    
    Πρόκειται για ολική απώλεια της ικανότητας όσφρησης
  • Ειδική (specific) 
    Πρόκειται για αδυναμία όσφρησης ορισμένων οσμών
  • Πρόσκαιρη (temporary)
    Πρόκειται για πολύ συχνή ατέλεια της όσφρησης, που συνοδεύεται και με απώλεια της αίσθησης της γεύσης. Μπορεί να προκληθεί από κρυολογήματα, ρινίτιδα και ιγμορίτιδα.
  • Υποσμία
    Η υποσμία (αγγλ. hyposmia, γαλ. hyposmie) είναι η μειωμένη ικανότητα όσφρησης (μερική απώλεια της ικανότητας όσφρησης). Πρόκειται για την πιο κοινή ατέλεια της όσφρησης και συμβαίνει μετά από ασθένειες τύπου γρίπης, αλλεργίες της μύτης κ.ά. 

Εκατομμύρια ανθρώπων υποφέρουν από υποσμία.
Υπάρχουν δυο τύποι υποσμίας.

  • Τύπος 1 υποσμίας                                        

Πρόκειται για ατέλεια που έχει σαν αιτιολογία το οσφρητικό επιθήλιο. Οι διάφορες οσμές δεν μπορούν να αναγνωρισθούν, αλλά μπορούν να ανιχνευθούν

  • Τύπος 2 υποσμίας                                      

Πρόκειται για ποσοτική ατέλεια της όσφρησης. Οι διάφορες οσμές μπορούν να ανιχνευθούν, αλλά μόνο σε υψηλότερες από τις συνηθισμένες συγκεντρώσεις.

  • Υπεροσμία : Η υπεροσμία (αγγλ. hyperosmia, γαλ. hyperosmie) είναι η ιδιαίτερα αυξημένη, αφύσικη αίσθηση της όσφρησης. Πρόκειται για σπάνια «ατέλεια» της όσφρησης που απαντάται συνήθως σε νευρωσικά άτομα. Από υπεροσμία έπασχε ο Ζαν-Μπατίστ, ο ήρωας του βιβλίου «Το Άρωμα» του ΠατρίκΖισκίντ.
  • Δυσοσμία : Η δυσοσμία (dysosmia) είναι μια διαστρέβλωση της αίσθησης της όσφρησης κατά την οποία κάποιος μυρίζει π.χ. μια ευχάριστη οσμή σαν οσμή σαπίλας. Οφείλεται σε βλάβη των οσφρητικών βολβών, παραρρινοκολπίτιδες και κατάθλιψη.
  • Παροσμία : Η παροσμία (αγγλ. parosmia, γαλ. parosmie) είναι μια ατέλεια της όσφρησης κατά την οποία παρατηρείται μεταβολή στην αντίληψη των διαφόρων οσμών, δηλαδή, πρόκειται για μεταβολή της αντίληψης της οσφρητικής ποιότητας. Είναι η αίσθηση οσμής όταν δεν υπάρχει οσμή ή η αίσθηση ότι οικείες οσμές μυρίζουν παράξενα. Παροσμία συχνά παρουσιάζεται σε περιπτώσεις κρανιακών κακώσεων. Παροσμία μπορεί να παρουσιασθεί προσωρινά κατά τη διάρκεια αναπνευστικών λοιμώξεων.
  • Φαντοσμία : Η φαντοσμία (αγγλ. phantosmia, γαλ. phantosmie) είναι ή αίσθηση (πιο σωστά παραίσθηση) οσμών που δεν υπάρχουν. Οι σχιζοφρενείς, για παράδειγμα, νομίζουν μερικές φορές ότι το σώμα τους μυρίζει άσχημα, χωρίς αυτό να συμβαίνει στην πραγματικότητα.

 

3.7 Χαρακτηριστικά των οσμών

Για τη καλύτερη περιγραφή και ταξινόμηση των διαφόρων οσμών χρησιμοποιούνται τα παρακάτω χαρακτηριστικά των οσμών

Συγκέντρωση

Η συγκέντρωση εκφράζεται ως ο όγκος ή η μάζα συγκεκριμένων οσμηρών ουσιών προς τη μονάδα του όγκου του αέρα. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για την εύρεση του ορίου ανίχνευσης των οσμών

Ένταση  

Καθορίζει τον τρόπο που ο αποδέκτης αντιλαμβάνεται την έκταση μιας οσμής από ασθενή έως ισχυρή. Είναι η «δύναμη» μιας οσμής.

Ηδονικός τόνος

Είναι ο βαθμός που μια οσμή προσλαμβάνεται ως ευχάριστη, δυσάρεστη ή ουδέτερη. Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των αιθερίων ελαίων μια και η μέγιστη πλειοψηφία τους έχουν ευχάριστη οσμή, ενώ πολύ λίγα έχουν δυσάρεστη (π.χ. σκόρδο, κρεμμύδι κ.ά.). Ο ηδονικός τόνος διαφέρει από άτομο σε άτομο. Κάποιες οσμές μπορεί να είναι ευχάριστες όταν είναι ασθενείς και δυσάρεστες, όταν είναι ισχυρές ή όταν η έκθεση είναι συνεχής.

Τύπος οσμής

Πρόκειται για την ιδιότητα που χαρακτηρίζει μια οσμή και τη διαφοροποιεί από μια άλλη ίσης έντασης. Ο τύπος της οσμής μπορεί να αλλάξει με την αραίωση.

 

3.8 Κατηγορίες οσμών

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για ταξινόμηση και ονοματοδοσία των διαφόρων οσμών. Υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία στο να ευρεθεί ένα κοινά αποδεκτό σύστημα ταξινόμησης του αόρατου κόσμου των οσμών. Σημειώνεται ότι η ταξινόμηση των οσμών είναι πολύ πιο πολύπλοκη διαδικασία από την ταξινόμηση των γεύσεων.

Μια από τις πιο συνηθισμένες ταξινομήσεις των οσμών είναι η ακόλουθη:

  • Καμφορικές (camphoric)
  • Μοσχάτες (musky)
  • Ανθικές(floral)
  • Πιπερώδεις (pepperminty)
  • Αιθέριες (ethereal)
  • Καυστικές (pungent)
  • Σάπιες ή δυσώδεις (pudrid)

 
3.9 Κατηγορίες αρωμάτων

Το υποσύνολο εκείνων των οσμών που έχουν ευχάριστη, αρωματική οσμή έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για τις βιομηχανίες αρωμάτων και καλλυντικών και, βεβαίως, για την αρωματοθεραπεία.

Δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή, πρότυπη, μέθοδος ταξινόμησης των διαφόρων αρωματικών οσμών. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές ταξινομήσεις των αρωματικών οσμών. Σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσιεύσεις οι διάφορες αρωματικές οσμές κατατάσσονται σε «οικογένειες», όπως είναι :

Ανθική οικογένεια (ανθώδεις οσμές)
Πρόκειται για τη πιο δημοφιλή οικογένεια. Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Ροδέλαιο
  • Λεβαντέλαιο
  • Γιασεμί
  • Βιολέτα
  • Γεράνι
  • Νερολί
  • Υλάνγκ-υλάνγκ
  • Πορτοκάλι (άνθη)

 

Πράσινη οικογένεια (πράσινες οσμές) 
Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Κεδρέλαιο
  • Πεύκο
  • Δενδρολίβανο
  • Βασιλικός
  • Μέντα
  • Ιεροβότανο
  • Θυμάρι
  • Μαντζουράνα
  • Γάλβανο

Οικογένεια των φρούτων (οπωρώδεις οσμές)  
Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Περγαμόντο
  • Λεμονέλαιο
  • Πετιτγκρέιν

 

Οικογένεια των μπαχαρικών (καρυκευματώδεις, πικάντικες, μπαχαρώδεις οσμές). 
Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Γαριφαλέλαιο
  • Κανέλα
  • Τζίντζερ
  • Κάρδαμο
  • Μοσχοκάρυδο
  • Κορίανδρος
  • Καμφορά

Ανατολίτικη Οικογένεια (ανατολικές οσμές) 
Πρόκειται για την οικογένεια με τα πιο βαριά αρώματα. Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Γαριφαλέλαιο
  • Κανέλα
  • Τζίντζερ
  • Κάρδαμο

 

Οικογένεια ξυλωδών/βαλσαμικών (ξυλώδεις – βαλσαμικές οσμές)  
Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  •  Λιβανέλαιο
  • Γάλβανο
  • Μύρρο
  • Κεδρέλαιο
  • Σανδαλόξυλο
  • Αγγελική
  • Αχιλλέα

 

Γήινη οικογένεια (γήινες οσμές)  
Μερικά αιθέρια έλαια που ανήκουν στην οικογένεια αυτή είναι

  • Πατσουλί
  • Βετιβέρ
  • Εβερνία

 

Τον 19ο αιώνα ο Γάλλος SeptimusPiesse, για να διευκολυνθεί η δημιουργία αρωμάτων, δημιούργησε ένα ενδιαφέρον σύστημα ταξινόμησης των αρωματικών οσμών σύμφωνα με τη γνωστή μουσική κλίμακα. Το σύστημα αυτό το ονόμασε odophone, και βασίζεται στην άποψη ότι οι διάφορες αρωματικές οσμές μοιάζουν με ήχους, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας «οσφρητικής κλίμακας», που την ονόμασε ‘TheGamutofOdors’.

Σύμφωνα με την κλίμακα αυτή οι αρωματικές οσμές κατατάσσονται από τις χαμηλότερες ή πιο βαριές οσμές στις υψηλότερες και οξύτερες. Έτσι κάθε οσμή αντιστοιχεί σε μια κλείδα και η αρμονική τους μίξη ονομάζεται ‘bouquet’. Για να δημιουργηθεί ένα bouquet οι οσμές πρέπει να είναι αρμονικές. Υπάρχει, δηλαδή, αντιστοιχία μεταξύ μιας μουσικής σύνθεσης μα μια αρωματική (οσφρητική).

Παρόλο που η οσφρητική κλίμακα του Piesse δεν έχει καθιερωθεί σαν σύστημα ταξινόμησης των αρωματικών οσμών, έχει παραμείνει η κατάταξη των οσμών αυτών σε «νότες». Οι νότες αυτές είναι τρεις, υψηλές (topnotes), μεσαίες (middlenotes) και χαμηλές νότες (basenotes).

Οι υψηλές νότες έχουν ανάλαφρες, φρέσκες οσμές, που δεν διαρκούν πολύ (συνήθως διαρκούν 20-30min), λόγω ταχύτερης εξάτμισης των αντίστοιχων αρωματικών τους ουσιών.

Οι μεσαίες νότες αποτελούν την «καρδιά» ενός αρώματος, αποτελούν την σημαντικότερη ποσοστιαία αναλογία ενός αρώματος και εμφανίζονται με μια μικρή καθυστέρηση μετά την εφαρμογή τους. Αναπτύσσονται πλήρως μετά 1-2 ώρες μετά την εφαρμογή ενός αρώματος

Οι χαμηλές νότες έχουν βαρύ, πλούσιο άρωμα, που εμφανίζονται τελευταίες σε ένα άρωμα.

Τα διάφορα αιθέρια έλαια λόγω της πολύπλοκης χημικής τους σύνθεσης διαθέτουν συστατικά, που το καθένα ανήκει σε διαφορετική νότα. Για λόγους, όμως, απλούστευσης της ταξινόμησής τους χαρακτηρίζονται από την κυρίαρχη νότα τους.

Μερικά αιθέρια έλαια με κυρίαρχες τις υψηλές τους νότες είναι:

  • Ευκαλυπτέλαιο
  • Λεμονέλαιο
  • Βασιλικός
  • Περγαμόντο
  • Χαμομηλέλαιο
  • Κεδρέλαιο
  • Λεβαντέλαιο
  • Ανισέλαιο

 

Αιθέρια με κυρίαρχες τις μεσαίες νότες είναι :

  • Μαντζουράνα
  • Γερανέλαιο
  • Νερολί
  • Υλάνγκυλάνγκ
  • Ροδέλαιο
  • Ιεροβότανο
  • Καρδαμέλαιο

 

Αιθέρια έλαια με κυρίαρχες τις χαμηλές νότες είναι :

  • Γιασεμί
  • Πατσουλί
  • Λιβανέλαιο
  • Μύρρο
  • Σανδαλόξυλο
  • Βανίλια
  • Βάλσαμο του Περού
  • Βάλσαμο του Τολού

 

3.10   Η σημαντικότητα της όσφρησης

Εξελικτικά η όσφρηση θεωρείται μια από τις πρώτες, αρχέγονες αισθήσεις του ανθρώπου. Σήμερα η αίσθηση της όσφρησης έχει χάσει τον ζωτικό ρόλο που είχε κατά τα πρώτα στάδια τη ζωής του πρωτόγονου ανθρώπου. Σύμφωνα με τον ΓκόρντονΣέφερντ, νευροφυσιολόγο του Πανεπιστημίου Γέιλ, οι άνθρωποι υποτιμούν σε μεγάλο βαθμό την όσφρηση (Gibbons, 1999:7)

Επειδή η αίσθηση της όσφρησης έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο και η όλη φυσιολογία της είναι εξαιρετικά πολύπλοκη υπάρχει ανάγκη για συστηματική επιστημονική μελέτη. Για το λόγο αυτό έχει δημιουργηθεί μια νέα επιστήμη, που ονομάζεται Οσμολογία (Osmology)

Η αίσθηση της όσφρησης θεωρείται η πιο αρχέγονη αίσθηση και έχει εξαιρετική σημασία για την επιβίωση του ανθρώπου και των ζώων μια και σχετίζεται με την αναζήτηση της τροφής και την επικοινωνία με το περιβάλλον (Τσακρακλίδης, 2008:204).

Συνήθως οι άνθρωποι είναι ικανοί να διακρίνουν 4.000 διαφορετικές οσμές, ενώ άτομα με αυξημένη αίσθηση της όσφρησης («μύτες») μπορούν να διακρίνουν 10.000 οσμές. Η αίσθηση της όσφρησης αυξάνεται σημαντικά σε περιπτώσεις τυφλών και κωφών ανθρώπων για να βοηθήσει τις απώλειες όρασης και ακοής.

Ενδεικτικό της σημαντικότητας της όσφρησης για τον οργανισμό είναι η δυνατότητα των οσφρητικών κυττάρων να αναγεννώνται, κάτι που δεν συμβαίνει με τις άλλες αισθήσεις. Η αίσθηση της όσφρησης βοηθάει σημαντικά στην αναγνώριση κινδύνων, όπως είναι η έγκαιρη αντίληψη πυρκαγιάς, η αναγνώριση αλλοιωμένης τροφής, επικίνδυνων αερίων κ.ά.

Όπως είναι γνωστό η δυσλειτουργία της όσφρησης ανήκει στα πρώτα κλινικά σημεία νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως η νόσος του Alzheimer και η σποραδική νόσος του Parkinson (Doty, www.pitsilidis.gr)

 

3.11 Ενδιαφέροντα στοιχεία για την όσφρηση

  • Εκτιμάται ότι η αίσθηση της όσφρησης είναι 10.000 φορές πιο ευαίσθητη από την αίσθηση της γεύσης
  • Οι γυναίκες αναγνωρίζουν τις οσμές καλύτερα από τους άνδρες. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη γυναικεία φιλαρέσκεια (συχνή χρήση αρωμάτων και καλλυντικών), στην ανάγκη αναγνώρισης των οσμών κατά την επιλογή των τροφών και κατά τη διαδικασία του μαγειρέματος κ.ά.
  • Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφοροποίηση στις προτιμήσεις των οσμών μεταξύ των ανθρώπων. Για το λόγο αυτό δεν μπορεί να κατατάξει κανείς τις οσμές ανάλογα με την προτίμησή τους. Αυτό οφείλεται στην ξεχωριστή ιδιοσυγκρασιακή προτίμηση των οσμών από κάθε άτομο. Έτσι εξηγείται ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός αρωμάτων που διατίθενται στο εμπόριο ώστε κα ικανοποιούνται οι τόσο διαφοροποιημένες ανάγκες-οσφρητικές προτιμήσεις των καταναλωτών.
  • Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ξεχωριστή οσμή, τη δική του «οσφρητική ταυτότητα», ατομική σαν τα δακτυλικά αποτυπώματα. Εξαίρεση υπάρχει για τους μονοωικούς δίδυμους. Στη πραγματικότητα το ανθρώπινο κορμί έχει μια βαριά οσμή, που στα πρώτα στάδια της εξέλιξης ήταν πολύ πιο έντονη. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Δρ. ΛούιΛήκυ οι πρωτόγονοι άνθρωποι είχαν πολύ βαριά οσμή, σε σημείο μάλιστα που προκαλούσε αηδία στα σαρκοβόρα ζώα και έτσι τους απέφευγαν!
  • Οι οσμές των αιθερίων ελαίων όταν εφαρμόζονται στο δέρμα διαφοροποιούνται από άτομο σε άτομο ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του δέρματος (επίπεδο pH, δερματικά ένζυμα, θερμοκρασία κ.ά.)
  • Για να έχει μια ουσία οσμή θα πρέπει να έχει ικανοποιητική πτητικότητα ώστε τα μόρια που εκπέμπονται να μπορούν να φθάσουν στη ρινική κοιλότητα κατά την εισπνοή. Για το λόγο αυτό η ένταση μιας οσμής επηρεάζεται από τη θερμοκρασία και την υγρασία, που επιταχύνουν ή επιβραδύνουν την εκπομπή οσμηρών ουσιών από τη πηγή.
  • Η αίσθηση της όσφρησης είναι μειωμένη στους καπνιστές. Αυτό οφείλεται στον τοπικό χημικό ερεθισμό που προκαλεί η νικοτίνη στους οσφρητικούς ιστούς.
  • Σε αντίθεση με τις αισθήσεις της όρασης και της ακοής, που γίνονται αντιληπτές με ακρίβεια, η όσφρηση είναι περισσότερο «υποκειμενική» αίσθηση. Στη πραγματικότητα είναι αδύνατον να προσδιορισθεί με ακρίβεια η ποιότητα των οσμών
  • Η αίσθηση της όσφρησης στους ανθρώπους είναι λιγότερο ανεπτυγμένη σε σύγκριση με τα ζώα. Για παράδειγμα το οσφρητικό επιθήλιο ενός σκύλου είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο συγκρινόμενο με αυτό του ανθρώπου
  • Η αίσθηση της όσφρησης καθίσταται οξύτερη κατά την περίοδο ωορρηξίας και αμβλύνεται κατά την εμμηνορρυσία.
  • Θεωρείται ότι η γεύση είναι κατά 75% οσμή. Πρακτικά η γεύση διακρίνεται σε τέσσερις τύπους: γλυκιά, αλμυρή, ξινή και πικρή. Όλες οι άλλες διαβαθμίσεις των γεύσεων είναι στη πραγματικότητα οσμές
  • Θηλυκά ζώα που οσμίζονται κάθε τόσο αρσενικά ούρα, περνούν ταχύτερα στην ήβη από τα άλλα.
  • Η αίσθηση της όσφρησης στον άνθρωπο αμβλύνεται λόγω κόπωσης. Αυτό εξηγεί γιατί δεν γίνονται αντιληπτές συνεχείς οσμές. Έτσι δεν γίνεται αντιληπτή η προσωπική οσμή, υπάρχει εθισμός σε χώρους πολύ έντονων, δυσάρεστων οσμών (π.χ. βυρσοδεψεία) ή γιατί φαίνεται ότι τα αποσμητικά χάνουν σύντομα το άρωμά τους
  • Η αίσθηση της όσφρησης αμβλύνεται με την ηλικία. Αυτό οφείλεται στην σταδιακή ατροφία των οσφρητικών ιστών. Η όσφρηση αρχίζει να μειώνεται από την ηλικία των 30 ετών, αλλά η μείωση αυτή είναι πολύ μικρή και έτσι δεν γίνεται αντιληπτή. Στην ηλικία των 80 ετών οι άνθρωποι έχουν χάσει το 80% της οσφρητικής τους ικανότητας (Τσακρακλίδης, 2008:205). Η απώλεια της όσφρησης στους ηλικιωμένους (πρεσβυοσμία) μειώνει την όρεξη με αποτέλεσμα τον υποσιτισμό
  • Από τα υπάρχοντα χημικά στοιχεία μόνον εφτά έχουν οσμή. Αυτά είναι:
  • Το φθόριο
  • Το χλώριο
  • Το βρώμιο
  • Το ιώδιο
  • Ο φωσφόρος
  • Το αρσενικό
  • Το οξυγόνο (με τη μορφή του όζοντος, Ο3)
Ανδρέας Κανάς
Γεωπόνος, Αρωματοθεραπευτής
 
Read 1781 times Last modified on Πέμπτη, 06 Οκτώβριος 2016 11:41